Τὸν εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἄδειά του νὰ τὸ ἀντιγράψω ἐδῶ.
Ποτέ δεν ειρωνευόμαστε κάποιον, αν δούμε ότι έχει λάθη σε ένα γραπτό του, επειδή δεν γνωρίζουμε τι κουβαλάει πίσω του ο άνθρωπος αυτός. Δεν γνωρίζουμε σε τι συνθήκες μεγάλωσε, αν του δόθηκαν ευκαιρίες για μόρφωση, αν είναι αλλοδαπός κ.λπ. Είμαστε αυστηροί όμως απέναντι σε εκπαιδευτικούς και δημοσιογράφους, και είναι προφανές το γιατί. Όπως είμαστε αυστηροί και απέναντι σε έναν φορέα, επίσημο ή όχι, όταν εκθέτει δημοσίως ένα οποιοδήποτε κείμενό του, στο οποίο υπάρχουν λάθη, όχι από αβλεψία, αλλά από άγνοια.
λόγω
Χρησιμοποιείται ως πρόθεση ή τροπ. επίρρημα, για να δηλώσει αιτία. Συντάσσεται με γενική, συχνά άναρθρη:
Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό λόγω διακοπών / ανακαινίσεως / πένθους - Η γενική Συνέλευση θα επαναληφθεί λόγω ελλείψεως απαρτίας - Ο ανελκυστήρας δεν λειτουργεί λόγω βλάβης / εργασιών - Aπορρίφθηκε λόγω απουσιών.
Φράση: (επί) λόγω τιμής.
Ετυμολ.: < αρχ. λόγῳ, δοτ. της λέξης λόγος ως απόδ. του γαλλ. en raison de.
κλείνω
Εν.: κλείνω, παρατ.: έκλεινα, αόρ.: έκλεισα - κλείνομαι, μτχ. παθ. παρακ.: κλεισμένος.
Κλείνω την πόρτα, το παράθυρο, τα μάτια, το στόμα, τα αφτιά, το βιβλίο, την αποθήκη, την ντουλάπα, το συρτάρι, τους δρόμους, το μαγαζί, την ομιλία, τον διακόπτη, τη βρύση, την τηλεόραση, τον υπολογιστή, τη βεντάλια, τα χέρια, τα πόδια, το μπουκάλι, το φερμουάρ, εισιτήρια κ.λπ.
συγγενικά: κλείσιμο, κλειστός, κλειδί, κλείθρο ‘κλειδαριά’, κλείστρο(ν), εγκλείω, εγκλεισμός, έγκλειστος - συγκλείω, σύγκλειση - περικλείω, περίκλειστος - αποκλείω, αποκλεισμός, αποκλειστικός - εσωκλείω, εσώκλειστος κ.ά.
Ετυμολ.: < μεσν. κλείνω < αρχ. κλείω < κλῄω < κλείς, -δός ‘κλειδί’.
κλίνω
Εν.: κλίνω, παρατ.: έκλινα, αόρ.: έκλινα, μτχ. παθ. παρακ.: κεκλιμένος
Κλίνω το όνομα, το ρήμα, το γόνυ, τον τράχηλο, το κεφάλι, το σώμα.
Η ζυγαριά κλίνει προς…, έχω κλίση στη μουσική, (φυσ.) κεκλιμένο επίπεδο, ο κεκλιμένος πύργος της Πίζας.
Φράσεις: Δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη και (παραφθαρμένο) Δεν έχει πού την κεφαλήν κλίναι.
(γυμναστικό ή στρατιωτικό παράγγελμα): Κλίνατε επί δεξιά / επ’ αριστερά!
Παράγωγα: κλίση, κλίμα, κλιματισμός,, κλίμακα, κλιμάκιο, κλιμακώνω, κλιμακτήριος, κλιτός, κλίνη, κλιτύς ‘πλαγιά’ κ.ά.
Σύνθετα: αποκλίνω, (απόκλιση), εγκλίνω (έγκλιση), παρεκκλίνω (παρέκκλιση), υποκλίνομαι (υπόκλιση) κ.ά.
Ετυμολ.: < αρχ. κλίνω.
→ Όπως συμβαίνει και με άλλα ρήματα (π.χ. λύνω - λύω) τα περισσότερα σύνθετα διατηρούν τον αρχικό τύπο του ρήματος (εδώ του κλείω) και όχι τον νεότερο τύπο (κλείνω). Έτσι έχουμε αποκλείω, εγκλείω, περικλείω κ.ά., ενώ από το κλείνω έχουμε μόνο το νεότερο ανοιγοκλείνω.
Συχνά συγχέεται ο αόριστος του κλείνω με το ομόηχο κλίνω, που έχει διαφορετική σημασία. Έτσι ακούγονται φράσεις όπως "έκλεισα όλα τα ρήματα" αντί του "έκλινα όλα τα ρήματα" ή "κλείσε το ουσιαστικό πίνακας" αντί του "κλίνε το ουσιαστικό πίνακας". Αυτό συμβαίνει προφανώς γιατί τα δύο ρήματα συμπίπτουν ακουστικά στον ενεστώτα (κλείνω - κλίνω) και στον παρατατικό (έκλεινα - έκλινα).
Καλή Τσικνοπέμπτη! Και μην ξεχνάτε τα διαλυτικά, για να ξέρουμε ότι φάγατε παϊδάκια και όχι παιδάκια!
(Η φωτογραφία είναι παλαιότερη και είναι άγνωστο το από πού προέρχεται)
(πηγές: ΛΝΕΓ, ΜΗΛΝΕΓ)