Πώς οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις οδήγησαν στον μαρασμό της παραγωγής και έπληξαν την ανταγωνιστικότητα της χώρας - Το χρονικό εγκατάλειψης της ελληνικής υπαίθρου
Η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ, το 1981, υπήρξε αιτία κομβικών αλλαγών στην ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία. Οπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, τριάντα χρόνια μετά, «η ευκαιρία της αξιοποίησης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και των πόρων της κατασπαταλήθηκε, κυριολεκτικά, σε εφήμερους και λαϊκίστικους στόχους και μετατράπηκε σε παγίδα για την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα της ελληνικής γεωργίας», λέει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΟΓΕΔΥ) κ. Νίκος Κακαβάς.
Οι κυβερνήσεις και οι εκάστοτε επικεφαλής του υπουργείου Γεωργίας (και μετέπειτα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων) όλα αυτά τα χρόνια περιόρισαν τον ρόλο τους στη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής επί χάρτου και διατήρησαν απλώς έναν διαχειριστικό ρόλο στην κατανομή επιδοτήσεων. Οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, χάριν των οποίων προσαρμόστηκε στις γνωστές μονοκαλλιέργειες όλη η ελληνική παραγωγή, άλλαξαν τις προτεραιότητες στον πρωτογενή τομέα και οδήγησαν σε υποβάθμιση της παραγωγικής διαδικασίας.
Ετσι το κυνήγι των επιδοτήσεων είχε αποτέλεσμα η πλειονότητα των ελλήνων αγροτών να εγκαταλείψει για παράδειγμα τις καλλιέργειες μαλακού σιταριού και κριθαριού, οι οποίες ευδοκιμούσαν στις περιοχές τους, προς όφελος του σκληρού σιταριού, το οποίο αν και είχε μικρότερη παραγωγικότητα στα χωράφια τους (κυρίως άγονα και ορεινά), επιδοτούνταν από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Και το ίδιο έγινε με δεκάδες άλλες καλλιέργειες. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με στοιχεία που έχει συγκεντρώσει ο πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας δρ Θανάσης Σαρόπουλος, ήταν η συνολική παραγωγή σκληρού σιταριού, μαλακού σιταριού και κριθαριού στην Ελλάδα να μειωθεί από 3.524.170 τόνους το 1981 σε 2.204.300 τόνους το 2008.
«Η τεράστια μείωση της παραγωγής του ελληνικού μαλακού σιταριού και του κριθαριού αύξησε σημαντικά την εισαγωγή τους και οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των δημητριακών που έφθασε το 2008 τα 365.469.481 ευρώ», σημειώνει ο κ. Σαρόπουλος. Αλλά και το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των ζωοτροφών έφθασε την ίδια χρονιά στα 354.824.903 ευρώ. Παρόμοια εγκατάλειψη παρουσιάστηκε και στην καλλιέργεια των βρώιμων οσπρίων, που επίσης δεν λάμβαναν την υψηλή επιδότηση του σκληρού σιταριού. Για παράδειγμα η παραγωγή των βρώσιμων (ξερών) φασολιών από 31.500 τόνους το 1981 μειώθηκε σε 8.000 τόνους το 2008.
Παράλληλα, τα άλυτα προβλήματα της ελληνικής κτηνοτροφίας σε συνδυασμό με την αύξηση της κατανάλωσης κτηνοτροφικών προϊόντων από τη μέση ελληνική οικογένεια οδήγησαν σε έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου για το 2008 ύψους 1.047.167.720 ευρώ στον κλάδο του κρέατος και 533.119.673 ευρώ στον κλάδο του γάλακτος, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρει ο πρόεδρος της ΠΟΓΕΔΥ. Ως αποτέλεσμα της λογικής των επιδοτήσεων, τα τελευταία 30 χρόνια, το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων από πλεονασματικό μετατράπηκε, όπως αναφέρει ο κ. Κακαβάς, «σε έντονα ελλειμματικό με συνεχή φθίνουσα πορεία (1981: +38.367.000 ευρώ, 1991: -311.102.000 ευρώ, 2001: -1.003.460.000 ευρώ) και με αποκορύφωμα το έτος 2008, οπότε το έλλειμμα του ισοζυγίου έφθασε τα 3.043.506.477 ευρώ».
πηγή: Το Βήμα της Κυριακής
«Να στηριχθούμε στα δικά μας πλεονεκτήματα»
Στα. επείγοντα του υπουργείου ο κ. Τσαυτάρης έχει κατατάξει και την προώθηση της καλλιέργειας ψυχανθών οσπρίων (κουκιά, φασόλια, φακή, ρεβίθια, φάβα, τριφύλλι κ.ά.). Το περασμένο έτος, όπως αναφέρει ο υπουργός, από τους 11.800 τόνους φακές που κατανάλωσαν οι Ελληνες οι 11.200 ήταν εισαγόμενοι. Οπως επισημαίνει ο ίδιος, τα τελευταία χρόνια υπήρξαν στρεβλώσεις στη φυτική παραγωγή, ειδικά στα ξηρικά μη αρδευόμενα χωράφια τα οποία είναι και τα περισσότερα (υπολογίζονται στο 70% των χωραφιών). «Εκεί για χιλιάδες χρόνια εναλλάσσονταν καλλιέργειες δημητριακών (σιτηρά, κριθάρι κτλ.) και ψυχανθών. Ετσι διασφαλίζαμε τροφές για τον άνθρωπο και ζωοτροφές για την κτηνοτροφία» σημειώνει. Με την εναλλαγή αυτή (αμειψισπορά), όπως λέει ο κ. Τσαυτάρης, οι ανάγκες σε λίπανση και φυτοπροστασία ήταν μηδαμινές.
Ωστόσο ήρθαν οι επιδοτήσεις και τα ψυχανθή «εξαφανίστηκαν» μαζί με την κτηνοτροφία. Η Ευρώπη επιδοτούσε τα σιτηρά αλλά όχι τα όσπρια, οπότε οι αγρότες στράφηκαν προς τις επιδοτούμενες καλλιέργειες με τις δυσάρεστες συνέπειες της μονοκαλλιέργειας. Συνέπεια; Κατ' αρχάς τα ελληνικά όσπρια «χάθηκαν» από το τραπέζι μας. Δεύτερον, το έδαφος όπου καλλιεργούνταν τα σιτηρά δεν είχε «τραφεί» με φυσικό λίπασμα, γέμιζε ζιζάνια και αρρώστιες και απαιτούσε μεγάλες ποσότητες φαρμάκων και λιπασμάτων. Ετσι ανέβηκε το κόστος της καλλιέργειας, γεγονός που κατέστησε τα τελικά ελληνικά προϊόντα μη ανταγωνιστικά. Τρίτον, οι αγρότες έπρεπε πλέον να αγοράζουν τροφή για τα ζώα, καθώς δεν καλλιεργούνταν πλέον ψυχανθή που προορίζονταν για ζωοτροφή, γεγονός που οδήγησε σε συρρίκνωση του κλάδου
πηγή: Το Βήμα της Κυριακής
Ο μύθος καταρρίπτεται απο την ίδια την εφημερίδα του καθεστώτος. Δεν φταίνε οι τεμπέληδες Έλληνες για την απώλεια ανταγωνιστικότητας, φταίνε οι Κομισάριοι της Ε.Ε. που με την ΚΑΠ κατέστρεψαν οτι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα είχαμε με αποτέλεσμα να δανειζόμαστε για να ζούμε. Τώρα, τα ακούμε και απο πάνω και σκύβουμε και το κεφάλι (όχι εμείς, η διοίκηση της χώρας).