Ούτε έχουμε ζώα για πότισμα. Αυτά που έχουμε ποτίζονται μόνα τους
γούρνα η [γúrna] Ο25α : μικρή φυσική κοιλότητα, συνήθ. σε πέτρα ή σε βράχο, όπου μαζεύεται νερό. || πέτρινη ή μαρμάρινη λεκάνη που τη χρησιμοποιούσαν για το πότισμα των ζώων. || η κοιλότητα του νεροχύτη ή του νιπτήρα.
