Αφοδεύω = πρώτο πρόσωπο ενικού ενεστώτος ενεργητικής φωνής
Αφόδευσα = πρώτο πρόσωπο ενικού αορίστου ενεργητικής φωνής
Αφοδεύομαι = πρώτο πρόσωπο ενικού ενεστώτος παθητικής/μέσης φωνής
Aφοδεύτηκα = πρώτο πρόσωπο ενικού αορίστου παθητικής/μέσης φωνής
Η διαφορά είναι στην χρήση της ενεργητικής και παθητικής φωνής.
Οδηγώ (ενεστώτας ενεργητικής φωνής) = εγώ οδηγώ κάποιον/κάτι κάπου
Οδηγούμαι (ενεστώτας παθητικής φωνής)= με οδηγεί κάποιος/κάτι κάπου
Οδήγησα (αόριστος ενεργητικής φωνής) = εγώ οδήγησα κάποιον/κάτι κάπου
Οδηγήθηκα (αόριστος παθητικής φωνής) = με οδήγησε κάποιος/κάτι κάπου
Να συνεχίσω ή να το παίξω στο πιάνο
