σουβλάκι το [...] μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα (σε μικρή σούβλα) για να ψηθούν: Ψήνω σουβλάκια στα κάρβουνα. Mια μερίδα ~. [μσν. σουβλάκι < σούβλ(α) -άκι] (ΛΚΝ).
σουβλάκι (το) [...] 1. (α) ξύλινη ή μεταλλική λεπτή και μικρού μήκους βέργα που χρησιμοποιείται ως σούβλα (β) μικρή σούβλα 2. φαγητό παρασκευασμένο από κρέας ή περισσότερα υλικά κομμένα σε μικρά κομμάτια (συνήθ. κύβους) και περασμένα σε λεπτή και μικρού μήκους ξύλινη βέργα (καλαμάκι) ή σε μικρή σούβλα• ψήνονται στη σχάρα ή σε γκριλ και προσφέρονται σκέτα ως ορεκτικό ή ως κύριο πιάτο με συμπληρωματικό γαρνίρισμα: σουβλάκια με θαλασσινά || ~ κοτόπουλο / ξιφία || ~ ξυλάκι / καλαμάκι 3. πρόχειρο φαγητό από κομμάτια κρέατος (ψημένα με τον παραπάνω τρόπο) ή από γύρο (βλ.λ.) ή από μπιφτέκι τοποθετημένο μέσα σε μικρή στρογγυλή πίτα μαζί με άλλα υλικά, όπως ντομάτα, κρεμμύδι, τζατζίκι κ.λπ.: ~ με διπλή πίτα / απ' όλα (ή κομπλέ, δηλ. με όλα τα συνοδευτικά) / χωρίς κρεμμύδι. [ETYM. μεσν., υποκ. τού σούβλα] (ΛΝΕΓ2).
καλαμάκι το YΠOKOP 1. μικρό καλάμι. 2. μικρός πλαστικός ή γυάλινος σωλήνας με τον οποίο ρουφούν ένα υγρό: Πίνω την πορτοκαλάδα / το γάλα / τον καφέ με το ~. [...] (ΛΚΝ).
καλαμάκι (το) [...] 1. (α) το μικρού μεγέθους καλάμι (β) μακρόστενο αιχμηρό και λεπτό ξυλάκι στο οποίο περνιούνται κομμάτια κρέατος (συχνά και λαχανικών) για ψήσιμο σε σχάρα (γ) (συνεκδ.) κρέας που ψήνεται στη σχάρα περασμένο σε ξυλάκι: ~ με πίτα 2. (συνήθ.) λεπτό, πλαστικό σωληνάκι για την πόση χυμών, αναψυκτικών, ποτών κ.λπ. [...] (ΛΝΕΓ2).
Ένα ερώτημα είναι πώς η λέξη καλαμάκι, που αρχικά δήλωνε μόνο τη σημασία 1α του ΛΝΕΓ2, έφτασε να δηλώνει και την 1β του ίδιου λεξικού, τουλάχιστον στην Αθήνα. Οι παλαιότεροι (βλέπε περισσότερα παρακάτω, στο πρώτο σχόλιο) μας πληροφορούν ότι άλλοτε τα μικρά κομμάτια κρέατος που αποτελούν το σουβλάκι ήταν περασμένα σε καλαμάκι, τμήμα στελέχους του φυτού καλάμι. Επομένως, έτσι ερμηνεύεται ιστορικά το καλαμάκι.
Σε γενικές γραμμές, οι διαφορές στα προαναφερθέντα ερμηνεύματα των λημμάτων σουβλάκι και καλαμάκι στα δύο λεξικά, το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ2, αντικατοπτρίζουν τις γλωσσικές διαφορές μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας ως προς τη χρήση των αντίστοιχων λέξεων. Αφενός, στη Θεσσαλονίκη η λέξη σουβλάκι χρησιμοποιείται με τη σημασία του γνωστού εδέσματος από μικρά κομμάτια κρέατος κτλ. Επίσης, η λέξη καλαμάκι σημαίνει είτε το μικρό καλάμι είτε το καλαμάκι του φραπέ κτλ. Αφετέρου, στην Αθήνα σουβλάκι σημαίνει επιπλέον και το γνωστό έδεσμα με πίτα και κρέας, γύρο ή μπιφτέκι και με άλλα συνοδευτικά υλικά ως γέμιση. Επίσης, η λέξη καλαμάκι δηλώνει το ξυλάκι από το σουβλάκι και, συνεκδοχικά, το ίδιο το κρέας.
και άλλα πολλά εδώ
periglwssio.blogspot.com