Επειδή το έψαξα λίγο παραπάνω.
Φονιάς και δολοφόνος είναι το ένα και το αυτό.
Ο σωστός τίτλος είναι "Ανθρωποκτόνος κατά λάθος" Δεν ακούγεται όμως καλά, οπότε θα έλεγα "Ανθρωποκτονία κατά λάθος"
Καλησπέρα.....
Φονιάς κατά λάθος;
-
erling
- Δημοσιεύσεις: 1880
- Εγγραφή: 03 Αύγ 2010, 09:54
Re: Φονιάς κατά λάθος;
- Το blog μου"Αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε καλό ούτε χρήσιμο, γιατί θα πρέπει να το ακούσω?"
-
rasPUTIN
- Site Admin
- Δημοσιεύσεις: 5522
- Εγγραφή: 05 Νοέμ 2008, 16:47
Re: Φονιάς κατά λάθος;
Δὲν μοῦ φαίνεται σωστό.
Δηλαδὴ ἀν ὁ φονιὰς εἶναι ἀνθρωποκτόνος ἐκ δόλου τότε ὀ δολοφόνος τὶ εἶναι; Ἀνθρωποκτόνος μὲ δυὸ φορὲς δόλο;
Δηλαδὴ ἀν ὁ φονιὰς εἶναι ἀνθρωποκτόνος ἐκ δόλου τότε ὀ δολοφόνος τὶ εἶναι; Ἀνθρωποκτόνος μὲ δυὸ φορὲς δόλο;
Παραμένω καθαρόαιμος (mRNA Free)
-
erling
- Δημοσιεύσεις: 1880
- Εγγραφή: 03 Αύγ 2010, 09:54
Re: Φονιάς κατά λάθος;
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δολοφόνος ο [δolofónos] Ο18 θηλ. δολοφόνος [δolofónos] Ο35 & (οικ.) δολοφόνισσσα [δolofónisa] Ο27 : 1. αυτός που σκότωσε κπ. προμελετημένα και με ύπουλο τρόπο: Ο ~ έστησε ενέδρα στο θύμα του. Πληρωμένος ~, που σκοτώνει με αμοιβή για λογαριασμό άλλου. Επαγγελματίας ~, για κπ. που διαπράττει συστηματικά δολοφονίες. || φονιάς. 2α. αυτός που προκαλεί σε κπ. πολύ μεγάλη βλάβη, συνήθ. θανατηφόρα, με την αδιαφορία του ή σκόπιμα και ύπουλα: Οι έμποροι ναρκωτικών είναι δολοφόνοι της νεολαίας μας. || Δολοφόνε της ευτυχίας μου! β. για κτ. που προκαλεί σε κπ. ανεπανόρθωτη βλάβη: Tο τσιγάρο είναι ο ~ της υγείας μας.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φονιάς ο [fonás] Ο1 θηλ. φόνισσα [fónisa] Ο27 : (προφ.)· (πρβ. δολοφόνος). 1. αυτός που έχει σκοτώσει άνθρωπο: Έγινε ~ του αδερφού του. (έκφρ.) κι ύστερα φταίει ο ~, για περιπτώσεις όπου το θύμα προκαλεί το δράστη. 2. αυτός που σκοτώνει συστηματικά ή εξ επαγγέλματος: Πληρωμένος ~. 3. (μτφ.) αίτιος θανάτων, οδύνης, πόνου, μεγάλης δυστυχίας: H ηρωίνη είναι ~ της νεολαίας. [μσν. φονιάς < *φονέας με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < αρχ. φονεύς, αιτ. -έα· φον(ιάς) -ισσα]
δολοφόνος ο [δolofónos] Ο18 θηλ. δολοφόνος [δolofónos] Ο35 & (οικ.) δολοφόνισσσα [δolofónisa] Ο27 : 1. αυτός που σκότωσε κπ. προμελετημένα και με ύπουλο τρόπο: Ο ~ έστησε ενέδρα στο θύμα του. Πληρωμένος ~, που σκοτώνει με αμοιβή για λογαριασμό άλλου. Επαγγελματίας ~, για κπ. που διαπράττει συστηματικά δολοφονίες. || φονιάς. 2α. αυτός που προκαλεί σε κπ. πολύ μεγάλη βλάβη, συνήθ. θανατηφόρα, με την αδιαφορία του ή σκόπιμα και ύπουλα: Οι έμποροι ναρκωτικών είναι δολοφόνοι της νεολαίας μας. || Δολοφόνε της ευτυχίας μου! β. για κτ. που προκαλεί σε κπ. ανεπανόρθωτη βλάβη: Tο τσιγάρο είναι ο ~ της υγείας μας.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φονιάς ο [fonás] Ο1 θηλ. φόνισσα [fónisa] Ο27 : (προφ.)· (πρβ. δολοφόνος). 1. αυτός που έχει σκοτώσει άνθρωπο: Έγινε ~ του αδερφού του. (έκφρ.) κι ύστερα φταίει ο ~, για περιπτώσεις όπου το θύμα προκαλεί το δράστη. 2. αυτός που σκοτώνει συστηματικά ή εξ επαγγέλματος: Πληρωμένος ~. 3. (μτφ.) αίτιος θανάτων, οδύνης, πόνου, μεγάλης δυστυχίας: H ηρωίνη είναι ~ της νεολαίας. [μσν. φονιάς < *φονέας με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < αρχ. φονεύς, αιτ. -έα· φον(ιάς) -ισσα]
- Το blog μου"Αφού αυτό που θα μου πεις δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε καλό ούτε χρήσιμο, γιατί θα πρέπει να το ακούσω?"